ἀκιδνός

ἀκιδνός
Grammatical information: adj.
Meaning: `weak, small' (Od.).
Derivatives: ἀκιδρωπάζω ἀμβλυωπῶ H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unexplained. The element -δν- may point to a substr. word. We find ἀκιδρός (Cyr.). Therefore Fur. 388 assumes a substr. word with ν\/ρ, though the interchange is rare (cf. πρόκνις). P. 360 he compares σκιδαρόν ἀραιόν (`thin, slender') H., which cannot be considered certain. One compares also ἀκιρός `weak' (Theoc.); cf. ἀκιρῆ ἀσθενῆ, οὐκ ἐπιτεταμένα H. and ἀκιρῶς εὐλαβῶς, ἀτρέμας H. (ἀκιρός βορρᾶς H. cannot belong here). For δ\/ρ Fur. 388 only gives σίβδα, where it will be conditioned by the preceding β.
Page in Frisk: 1,53

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ακιδνός — ἀκιδνός, ή, ὸν (Α) 1. αδύνατος, ασθενής 2. ευτελής. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ιωνική που απαντά στον Όμηρο πάντα σε συγκριτικό βαθμό , τον Ιπποκράτη και τους Αλεξανδρινούς ποιητές είναι άγνωστης ετυμολ., όπως και πολλές άλλες λέξεις παρόμοιας σημασίας. Αν το …   Dictionary of Greek

  • ἀκιδνός — weak masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνά — ἀκιδνός weak neut nom/voc/acc pl ἀκιδνά̱ , ἀκιδνός weak fem nom/voc/acc dual ἀκιδνά̱ , ἀκιδνός weak fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνότερον — ἀκιδνός weak adverbial comp ἀκιδνός weak masc acc comp sg ἀκιδνός weak neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνῶν — ἀκιδνός weak fem gen pl ἀκιδνός weak masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνόν — ἀκιδνός weak masc acc sg ἀκιδνός weak neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδναῖς — ἀκιδνός weak fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδναί — ἀκιδνός weak fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνοτάτοιο — ἀκιδνός weak masc/neut gen superl sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνοτάτῳ — ἀκιδνός weak masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκιδνοτέρη — ἀκιδνός weak fem nom/voc comp sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.